ΠΕΙΡΑΙΑΣ
Ανακηρύχθηκε για πρώτη φορά δήμος το
517 π.Χ. και στα νεότερα χρόνια το 1835, σήμερα συνιστά την τρίτη μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της χώρας. Ο Gutensohn, αρχιτέκτονας του Λουδοβίκου του A΄ της Bαυαρίας, πρότεινε το 1832 για πρωτεύουσα του τότε νεοσύστατου Ελληνικού κράτους να ήταν ο Πειραιάς. Η πρόταση δεν έγινε δεκτη και επιλέχθηκε η Αθήνα. [1]
Το πολεοδομικό συγκρότημα της πόλεως που περιβάλλουν το κέντρο, είναι η
Νίκαια (πρώην Κοκκινιά), ο Κορυδαλλός , το Κερατσίνι (πρώην Ταμπούρια), το Πέραμα, η Δραπετσώνα, και ο Άγιος Ιωάννης Ρέντης.
Το κέντρο της πόλης απέχει περίπου 12 χιλιόμετρα από το κέντρο της
Αθήνας, της οποίας και αποτελεί επίνειο ενώ συνδέεται με αυτήν με πληθώρα μέσων, λεωφορείων, τρόλλεϋ, αλλά και με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο, το τραμ, τον προαστιακό σιδηρόδρομο και στο μέλλον με τις γραμμές της Αττικό Μετρό.

Ο λιμένας του Πειραιά είναι ο μεγαλύτερος της Ευρώπης και ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου σε επιβατική κίνηση.[2] Οι πύλες του λιμένος, μετά τον οριστικό προσδιορισμό του, ως «επιβατικού», οδηγούν αντίστοιχα στους προβλήτες ανάλογα με τον προορισμό των επιβατηγών πλοίων που ελλιμενίζονται. Οι βόρειοδυτικές πύλες (Ε3 & Ε4) οδηγούν σε αποβάθρες που προσεγγίζουν πλοία με προορισμό την
Κρήτη, οι δυτικές (Ε2) νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και (Ε1) τα Δωδεκάνησα οι κεντρικές (Ε7) τις Κυκλάδες και (Ε8) τον Αργοσαρωνικό, ενώ η ανατολική (Ε9) τις Δυτικές Κυκλάδες τη Σάμο & την Ικαρία.
Ο Λιμένας του Πειραιά χωρίζεται σε:
α) Επιβατικό Λιμένα
β) Εμπορικό Λιμένα, και
γ) Επισκευαστικό Λιμένα

To Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά είναι
αρχαιολογικό μουσείο που βρίσκεται στον Πειραιά στη συλλογή του οποίου ανήκουν κυρίως ευρήματα ανασκαφών, που καλύπτουν την περίοδο από τη μυκηναϊκή μέχρι και τη ρωμαϊκή εποχή. Βρίσκεται στην περιοχή μεταξύ Τερψιθέας και Πασαλιμανίου.
Το πρώτο μουσείο ιδρύθηκε το 1935 στον απαλλοτριωμένο χώρο του αρχαίου θεάτρου της Ζέας και στεγάστηκε σε κτίριο που σήμερα λειτουργεί ως αποθήκη γλυπτών. Από το 1960, συγκέντρωνε τα περισσότερα ευρήματα ανασκαφών που πραγματοποιούνταν στους δήμους του Πειραιά, της
Σαλαμίνας, του Μοσχάτου, της Καλλιθέας, αλλά και και παραλιακών δήμων Γλυφάδας, Βούλας και Βάρης. Η συλλογή του εμπλουτίστηκε επίσης από σημαντικές δωρέες, όπως τη συλλογή Νομίδου και Βαλσαμάκη, καθώς και τη συλλογή Γερουλάνου.
Το σημερινό μουσείο διαμορφώθηκε ως επέκταση του παλαιού και εγκαινιάστηκε το 1981. Το 1996 ξεκίνησαν εργασίες ανακαίνισής του και το 1988 εγκαινιάστηκαν δύο νέες αίθουσες, μία αφιερωμένη στο ρόλο του Πειραιά στην αρχαιότητα ως ναυστάθμου και εμπορικού κέντρου, και μία αφιερωμένη σε συλλογή
κεραμικής και αντικειμένων του ιδιωτικού βίου των αρχαίων.
Τον πυρήνα της συλλογής του αποτελούν τα μνημεία από το βόρειο νεκροταφείο της αρχαίας πόλης και άλλα τυχαία ευρήματα που φανερώθηκαν κατά την οικοδόμηση της σύγχρονης πόλης. Στα σημαντικότερα εκθέματά του ανήκουν επίσης η σειρά των νεοαττικών πλακών από ναυάγιο ρωμαϊκού πλοίου στο λιμάνι του Πειραιά, τα ευρήματα του ιερού της Μουνιχίας και εκείνα του ιερού της Μητρός των Θεών του Μοσχάτου.
Έχει συνολικό εμβαδόν 1394 τ.μ. Οι εκθεσιακοί χώροι καταλαμβάνουν δέκα αίθουσες και των δύο ορόφων, ενώ στο υπόγειο βρίσκονται τα εργαστήρια συντήρησης. Εποπτεύεται από την ΚΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Το Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος, συνολικής επιφάνειας περίπου 2.500 τ.μ., (μαζί με το αίθριο), βρίσκεται στον
Πειραιά στο μυχό του όρμου της Φρεαττύδας, στην ακτή Θεμιστοκλέους όπως διαμορφώθηκε με τη δημιουργία της Μαρίνας. Το μουσείο αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο του είδους του στην Ελλάδα και αναβιώνει την ιστορία χιλιετιών της λαμπρής ελληνικής ναυτικής παράδοσης.
Στις δέκα συνεχόμενες, σε ημικύκλια διάταξη, αίθουσες του Μουσείου παρουσιάζεται η ελληνική ιστορία συνυφασμένη με τη θάλασσα, από την αρχαία ναυπηγική και την εξέλιξη των πλοίων μέχρι την εποποιία της
ελληνικής επανάστασης του 1821, για να συνεχίσει τη παρουσία του ελληνικού πολεμικού ναυτικού και την ένδοξη δράση του στη νεότερη ιστορία, παράλληλα με τη ναυτοσύνη και το δαιμόνιο των Ελλήνων στο κατά θάλασσα εμπόριο. Επίσης το πλούσιο αρχειακό υλικό και το φωτογραφικό αρχείο του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος, θεωρούνται από τα πλέον αξιόλογα στην ιστορία της Μεσογείου. Επίσης η σημαντική βιβλιοθήκη του Ναυτικού Μουσείου που διαθέτει σπάνιες εκδόσεις βιβλίων και ναυτικών χαρτών εντυπωσιάζει κάθε επισκέπτη και ιδιαίτερα τους ναυτικούς ερευνητές και βιβλιόφιλους.